Τα επτά χρώματα που άλλαξαν την ιστορία της τέχνης

Τα επτά χρώματα που άλλαξαν την ιστορία της τέχνης

Το χρώμα σε έναν πίνακα ζωγραφικής δεν είναι ποτέ απλώς μια αισθητική επιλογή. Πίσω από τις αποχρώσεις που συνθέτουν μερικά από τα πιο αναγνωρίσιμα έργα τέχνης, κρύβονται ιστορίες επιστημονικών ανακαλύψεων, τυχαίων πειραμάτων, ακόμα και θανάσιμων κινδύνων. Όπως σημειώνει ο ιστορικός τέχνης Κέλι Γκρόβιερ, συγγραφέας του βιβλίου «The Art of Colour», η ιστορία κάθε χρωστικής επηρεάζει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνουμε ένα έργο, υπενθυμίζοντάς μας πως «το χρώμα δεν είναι ποτέ αυτό που φαίνεται». Από την παλέτα των μεγάλων δασκάλων μέχρι τη βιομηχανική παραγωγή του 19ου αιώνα, η υλική διάσταση της ζωγραφικής αποκαλύπτει μια ολόκληρη πολιτισμική διαδρομή. Η ιστορία της τέχνης είναι γεμάτη από τέτοιες «χρωματικές» αφηγήσεις. Μια από τις πιο χαρακτηριστικές είναι εκείνη του Πρωσικού μπλ

Το χρώμα σε έναν πίνακα ζωγραφικής δεν είναι ποτέ απλώς μια αισθητική επιλογή. Πίσω από τις αποχρώσεις που συνθέτουν μερικά από τα πιο αναγνωρίσιμα έργα τέχνης, κρύβονται ιστορίες επιστημονικών ανακαλύψεων, τυχαίων πειραμάτων, ακόμα και θανάσιμων κινδύνων. Όπως σημειώνει ο ιστορικός τέχνης Κέλι Γκρόβιερ, συγγραφέας του βιβλίου «The Art of Colour», η ιστορία κάθε χρωστικής επηρεάζει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνουμε ένα έργο, υπενθυμίζοντάς μας πως «το χρώμα δεν είναι ποτέ αυτό που φαίνεται». Από την παλέτα των μεγάλων δασκάλων μέχρι τη βιομηχανική παραγωγή του 19ου αιώνα, η υλική διάσταση της ζωγραφικής αποκαλύπτει μια ολόκληρη πολιτισμική διαδρομή.

Η ιστορία της τέχνης είναι γεμάτη από τέτοιες «χρωματικές» αφηγήσεις. Μια από τις πιο χαρακτηριστικές είναι εκείνη του Πρωσικού μπλε, μιας χρωστικής που συνδέει απρόσμενα το «Μεγάλο Κύμα έξω από την Καναγκάβα» του Κατσουσίκα Χοκουσάι με το «Μπλε Δωμάτιο» του Πάμπλο Πικάσο. Το χρώμα αυτό γεννήθηκε τυχαία στο Βερολίνο το 1706, όταν ο αλχημιστής Γιόχαν Κόνραντ Ντίπελ απέτυχε να παρασκευάσει ένα θεραπευτικό ελιξίριο. Το αποτέλεσμα ήταν ένα βαθύ, σταθερό μπλε που κατέκτησε την Ευρώπη. Αντίστοιχα, το εκτυφλωτικό πορτοκαλί στο φόρεμα του «Φλεγόμενου Ιουνίου» (1895) του Σερ Φρέντερικ Λέιτον οφείλει την ύπαρξή του στην ανακάλυψη κοιτασμάτων χρωμίτη τον 19ο αιώνα, καθιστώντας το χρώμα Chrome Orange ευρέως διαθέσιμο.

Η παλέτα των καλλιτεχνών, ωστόσο, είχε και τη σκοτεινή της πλευρά. Στο αινιγματικό πορτρέτο «Madame X» (1883-4) του Τζον Σίνγκερ Σάρτζεντ, η απόκοσμη λευκότητα της επιδερμίδας επιτεύχθηκε εν μέρει με το «μαύρο των οστών», μια χρωστική από αποτεφρωμένους σκελετούς που προσδίδει μια αίσθηση θνητότητας. Εξίσου επικίνδυνο ήταν το «Πράσινο του Σμαραγδιού» (Emerald Green) που χρησιμοποίησε η Μπερτ Μοριζό στην «Καλοκαιρινή μέρα» (1879), το οποίο περιείχε αρσενικό και συνδεόταν με το διαβόητο Scheele’s Green, ύποπτο ακόμα και για τον θάνατο του Ναπολέοντα. Ακόμα και το λαμπερό λευκό, όπως το Lead White στον πίνακα «Symphony in White, No. 1» του Τζέιμς ΜακΝίλ Γουίσλερ, παρασκευαζόταν από μόλυβδο και ήταν εξαιρετικά τοξικό.

Πέρα από τους κινδύνους, υπήρχαν και μυστήρια που απασχόλησαν για αιώνες τους ειδικούς. Για χρόνια, οι ιστορικοί τέχνης αναζητούσαν τη χαμένη συνταγή του λαμπερού κίτρινου που χρησιμοποιούσαν ο Τισιανός και ο Ρέμπραντ σε έργα όπως «Το Συμπόσιο του Βαλτάσαρ» (περ. 1636-38). Η σύνθεση του Lead-Tin Yellow παρέμενε άγνωστη μέχρι το 1940, όταν ο ερευνητής Ρίχαρντ Γιάκομπι κατάφερε να την ανακαλύψει ξανά, λύνοντας ένα από τα μεγάλα αινίγματα στην ιστορία της τεχνολογίας της τέχνης.

Η εξέλιξη των χρωστικών, όμως, δεν επηρέασε μόνο την εμφάνιση των έργων, αλλά πυροδότησε και ολόκληρα καλλιτεχνικά κινήματα. Η εφεύρεση του Cobalt Violet, της πρώτης σταθερής συνθετικής μωβ χρωστικής, σε συνδυασμό με τα φορητά σωληνάρια χρώματος, απελευθέρωσε τους Ιμπρεσιονιστές. Τους επέτρεψε να βγουν από το εργαστήριο και να ζωγραφίσουν στην ύπαιθρο, συλλαμβάνοντας τις φευγαλέες μεταβολές του φωτός. Ο Κλοντ Μονέ αξιοποίησε στο έπακρο αυτή τη νέα δυνατότητα, δημιουργώντας τις περίφημες «Ίριδες» (1914-1926) με τις μοναδικές αποχρώσεις του νέου χρώματος.

Οι παλαιότεροι δάσκαλοι, όπως ο Γιοχάνες Βερμέερ, χρησιμοποιούσαν φυσικές χρωστικές για να πετύχουν ψυχολογική ένταση. Στο έργο «Το κορίτσι με το ποτήρι κρασί» (1659-60), το έντονο κόκκινο χρώμα Rose Madder, που προέρχεται από τη ρίζα ενός φυτού, δεν στολίζει απλώς το φόρεμα της κοπέλας, αλλά ενισχύει τη δραματικότητα της σκηνής. Κάθε χρώμα, συνεπώς, γίνεται ο φορέας μιας ιστορίας, αποδεικνύοντας ότι πίσω από την έμπνευση του καλλιτέχνη βρίσκεται πάντα μια συναρπαστική διαδρομή επιστήμης, εφευρετικότητας και υλικότητας.

Πηγή: CNN Greece Culture

← Όλα τα νέα