Η συλλογή υφαντών Ναβάχο του Φρανκ Στέλλα εκτίθεται για πρώτη φορά

Η συλλογή υφαντών Ναβάχο του Φρανκ Στέλλα εκτίθεται για πρώτη φορά

Η ιδιωτική συλλογή υφαντών του λαού Ναβάχο, που ο εμβληματικός μινιμαλιστής καλλιτέχνης Φρανκ Στέλλα συγκέντρωνε επί δεκαετίες, αποκαλύπτεται για πρώτη φορά στο σύνολό της. Τα 55 έργα, που εκτίθενται και διατίθενται προς πώληση στη Νέα Υόρκη, προσφέρουν μια σπάνια ματιά στις αισθητικές συγγένειες που συνέδεαν τον καλλιτέχνη με τις ιθαγενείς υφαντουργούς της Αμερικής. Η συλλογή εστιάζει στην «Περίοδο της Μετάβασης» (τέλη 19ου - αρχές 20ού αιώνα), μια εποχή έντονου πειραματισμού με νέες βαφές και τολμηρά αφηρημένα μοτίβα. Για τον Στέλλα, οι έντονες ρίγες, τα γεωμετρικά σχήματα και οι οριζόντιες ζώνες αυτών των υφαντών αποτελούσαν έναν οπτικό διάλογο με τη δική του ζωγραφική, αποδεικνύοντας τη διαχρονική γλώσσα της αφαίρεσης.

Η βαθιά, προσωπική σχέση του Φρανκ Στέλλα με την τέχνη δεν περιοριζόταν στα δικά του ριζοσπαστικά έργα που όρισαν τον αμερικανικό μινιμαλισμό. Ο καλλιτέχνης υπήρξε παράλληλα ένας παθιασμένος, αν και διακριτικός, συλλέκτης. Για πρώτη φορά, η ιδιωτική του συλλογή από υφαντά των Ναβάχο, την οποία συγκέντρωνε επί δεκαετίες, παρουσιάζεται στο σύνολό της και διατίθεται προς πώληση, αποκαλύπτοντας μια απρόσμενη αλλά ισχυρή αισθητική συγγένεια ανάμεσα στη δική του οπτική γλώσσα και εκείνη των ιθαγενών υφαντουργών της Αμερικής.

Η ενασχόληση του Στέλλα με την υφαντική τέχνη των Ναβάχο ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε ο φίλος και συνοδοιπόρος του στον μινιμαλισμό, Ντόναλντ Τζαντ, ο οποίος τον σύστησε στον καλλιτέχνη Τόνι Μπέρλαντ στο Λος Άντζελες. Ο Μπέρλαντ, διαθέτοντας ήδη μια σημαντική συλλογή, έγινε ο προμηθευτής όχι μόνο του Στέλλα, αλλά και άλλων κορυφαίων μορφών της εποχής, όπως του Τζάσπερ Τζονς και του Ρόμπερτ Ράουσενμπεργκ. Η πρώτη απόκτηση του Στέλλα ήταν μάλιστα αποτέλεσμα μιας ανταλλαγής ενός έργου του με μια κουβέρτα Ναβάχο. Η σημασία αυτής της νέας προσέγγισης επισφραγίστηκε με την έκθεση-ορόσημο «The Navajo Blanket» το 1972 στο Μουσείο Τέχνης της Κομητείας του Λος Άντζελες, την οποία συνδιοργάνωσε ο Μπέρλαντ, παρουσιάζοντας τα υφαντά ως αυτόνομα έργα τέχνης και όχι απλώς ως εθνογραφικά αντικείμενα.

Η συλλογή του Στέλλα, που αποτελείται από 55 κομμάτια, εστιάζει κυρίως στην «Περίοδο της Μετάβασης» (Transitional Era), δηλαδή στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Ήταν μια εποχή έντονου πειραματισμού, καθώς οι γυναίκες υφάντρες του λαού Diné (Ναβάχο) άρχισαν να χρησιμοποιούν νέες συνθετικές βαφές που κατέφθαναν στις νοτιοδυτικές Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτή η πρόσβαση σε μια πρωτόγνωρη χρωματική παλέτα απελευθέρωσε τη δημιουργικότητά τους, οδηγώντας σε τολμηρούς συνδυασμούς, οπτικές ψευδαισθήσεις και αφηρημένα μοτίβα που συχνά αγνοήθηκαν από τους ακαδημαϊκούς κύκλους, οι οποίοι προτιμούσαν την προγενέστερη, «Κλασική» περίοδο.

Για τον Στέλλα, ωστόσο, αυτά τα υφαντά δεν ήταν αινιγματικά. Αντιθέτως, είχαν μια άμεση οπτική απήχηση που συνδεόταν άρρηκτα με τις δικές του καλλιτεχνικές αναζητήσεις. Ο κοινός οπτικός κώδικας είναι εμφανής: το χρώμα που καλύπτει την επιφάνεια από άκρη σε άκρη, οι έντονες γραφικές ρίγες, τα ζιγκ-ζαγκ που δημιουργούν μια αίσθηση κίνησης και, κυρίως, οι οριζόντιες ζώνες που απηχούν ευθέως τους μνημειώδεις πίνακές του από τη δεκαετία του 1960. Ακόμη και η χρήση του άβαφου, λευκού μαλλιού λειτουργεί σαν ένας προετοιμασμένος καμβάς, ένας «αρνητικός χώρος» που ορίζει τη σύνθεση, μια έννοια απολύτως οικεία σε έναν ζωγράφο της δικής του ιδιοσυγκρασίας.

Όπως σημειώνει η Τζιλ Άλμπεργκ Γιόχε, επιμελήτρια και ειδική στην υφαντική των Ναβάχο, «η συλλογή του Φρανκ Στέλλα είναι μια συλλογή καλλιτέχνη». Δεν πρόκειται για μια εθνογραφική επισκόπηση, αλλά για μια επιλογή έργων που ξεχειλίζουν από πειραματισμό και δημιουργικότητα. Μέσα από αυτά, αποκαλύπτεται ένας οπτικός διάλογος μεταξύ καλλιτεχνών που τους χωρίζει ο χρόνος και ο τόπος, αλλά τους ενώνει μια κοινή ευαισθησία στην αφαίρεση, τη γεωμετρία και τη δύναμη του χρώματος.

Τα 55 υφαντά της συλλογής, με τιμές που κυμαίνονται από 6.500 έως 25.000 δολάρια, παρουσιάζονται αρχικά στην γκαλερί Arader στο Upper East Side της Νέας Υόρκης (15 Μαΐου – 10 Ιουνίου). Ανάμεσά τους και ένα κομμάτι που ο Στέλλα είχε δανείσει στην ιστορική έκθεση του 1972. Στη συνέχεια, η έκθεση θα ταξιδέψει στην γκαλερί Peter Pap Rugs στο Δουβλίνο του Νιου Χάμσαϊρ (20 Ιουνίου – 7 Ιουλίου), προσφέροντας στο κοινό μια σπάνια ματιά στον ιδιωτικό κόσμο ενός γίγαντα της μοντέρνας τέχνης.

Πηγή: Artnet News

← Όλα τα νέα