Νίκος Εγγονόπουλος

Nikos Engonopoulos

1907 — 1985

Ο Νίκος Εγγονόπουλος υπήρξε μία από τις σημαντικότερες και πιο πολυσχιδείς προσωπικότητες της ελληνικής τέχνης και λογοτεχνίας του 20ού αιώνα. Ζωγράφος, ποιητής, σκηνογράφος, ενδυματολόγος, εικονογράφος, μεταφραστής και καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, συγκαταλέγεται στους κορυφαίους εκπροσώπους της Γενιάς του ’30 και θεωρείται ένας από τους βασικούς εισηγητές του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 1907. Ο πατέρας του, Παναγιώτης Εγγονόπουλος, καταγόταν από παλαιά φαναριώτικη οικογένεια της Κωνσταντινούπολης, ενώ η μητέρα του, Ερριέττη, είχε γεννηθεί στην Αθήνα και προερχόταν από οικογένεια με γερμανικές και υδραίικες καταβολές. Το 1914 η οικογένεια ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη και, μετά την κήρυξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εγκαταστάθηκε αναγκαστικά εκεί. Από το 1923 έως το 1927 ο Εγγονόπουλος φοίτησε ως εσωτερικός σε λύκειο του Παρισιού. Η παραμονή του στη Γαλλία τού έδωσε από νεαρή ηλικία άμεση επαφή με την ευρωπαϊκή παιδεία και τη γαλλική γλώσσα. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στο 1ο Σύνταγμα Πεζικού και εργάστηκε ως μεταφραστής σε τράπεζα και ως γραφέας στο Πανεπιστήμιο. Παράλληλα φοίτησε στο νυχτερινό Γυμνάσιο του Ψυρρή, προκειμένου να αποκτήσει ελληνικό απολυτήριο. Το 1930 προσελήφθη ως σχεδιαστής στη Διεύθυνση Σχεδίων Πόλεων του Υπουργείου Δημοσίων Έργων και αργότερα τοποθετήθηκε στην Τοπογραφική Υπηρεσία. Η επαγγελματική του ενασχόληση με το σχέδιο, την αρχιτεκτονική αποτύπωση και την τοπογραφία επηρέασε την ακρίβεια και τη δομική καθαρότητα που χαρακτηρίζουν τις ζωγραφικές του συνθέσεις. Το 1932 γράφτηκε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Κύριος δάσκαλός του υπήρξε ο Κωνσταντίνος Παρθένης, ενώ μαθήτευσε επίσης κοντά στους Δημήτριο Μπισκίνη, Θωμά Θωμόπουλο και Γιάννη Κεφαλληνό. Παράλληλα φοίτησε στο εργαστήριο του Φώτη Κόντογλου και παρακολούθησε μαθήματα βυζαντινής τέχνης κοντά στον Αλέξανδρο Ξυγγόπουλο. Στο εργαστήριο του Κόντογλου συνεργάστηκε με τον Γιάννη Τσαρούχη. Οι δύο νέοι καλλιτέχνες βοήθησαν τον Κόντογλου στη μνημειακή τοιχογραφική διακόσμηση της οικίας του, η οποία σήμερα βρίσκεται στην Εθνική Πινακοθήκη. Η μαθητεία του κοντά στον Παρθένη και τον Κόντογλου υπήρξε καθοριστική: από τον πρώτο προσέλαβε τη σημασία της σχηματοποίησης και της πνευματικότητας, ενώ από τον δεύτερο τη βαθιά σχέση με τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή παράδοση. Το 1938 παρουσίασε για πρώτη φορά ζωγραφικά έργα στην έκθεση «Τέχνη της Νεοελληνικής Παραδόσεως». Επρόκειτο για τέμπερες που απεικόνιζαν παλαιά σπίτια της Δυτικής Μακεδονίας. Την ίδια περίοδο συνεργάστηκε με τον Δημήτρη Πικιώνη στην αποτύπωση παραδοσιακών αρχοντικών. Ο Πικιώνης χαρακτήρισε αργότερα αυτές τις απεικονίσεις «ψυχογραφίες σπιτιών», αναγνωρίζοντας ότι ο Εγγονόπουλος δεν απέδιδε απλώς την εξωτερική μορφή των κτιρίων, αλλά και την ιστορική και πνευματική τους υπόσταση. Το 1938 υπήρξε επίσης η χρονιά της πρώτης του εμφάνισης στην ποίηση. Μετέφρασε ποιήματα του Tristan Tzara και δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα στο περιοδικό «Ο Κύκλος». Τον Ιούνιο του ίδιου έτους κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή, «Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν». Το 1939 ακολούθησαν «Τα Κλειδοκύμβαλα της Σιωπής». Οι πρώτες ποιητικές συλλογές του προκάλεσαν αμηχανία και έντονες αντιδράσεις. Το ελληνικό κοινό δεν ήταν ακόμη εξοικειωμένο με την υπερρεαλιστική γραφή, την ελευθερία των συνειρμών και τις απροσδόκητες συνδέσεις εικόνων. Ο Εγγονόπουλος, όμως, δεν μιμήθηκε απλώς τον γαλλικό υπερρεαλισμό. Δημιούργησε μία ιδιαίτερη ελληνική εκδοχή του, συνδέοντας τη μοντέρνα πρωτοπορία με την αρχαιότητα, το Βυζάντιο, τη λαϊκή παράδοση, την Επανάσταση του 1821 και τη σύγχρονη ιστορία. Καθοριστική υπήρξε η γνωριμία του με τον Ανδρέα Εμπειρίκο, ο οποίος αναγνώρισε πολύ νωρίς την πρωτοτυπία του. Σημαντική επιρροή άσκησε επίσης το έργο του Giorgio de Chirico, κυρίως ως προς τη μεταφυσική ατμόσφαιρα, την αινιγματική σιωπή και τη θεατρική οργάνωση του χώρου. Τον Νοέμβριο του 1939 πραγματοποίησε την πρώτη ατομική έκθεση ζωγραφικής του στην οικία του ποιητή Νίκου Καλαμάρη. Οι παράδοξες μορφές, η έντονη σχηματοποίηση, η απομάκρυνση από τον ακαδημαϊκό ρεαλισμό και η υπερρεαλιστική εικονογραφία προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις από την κριτική. Το 1941 επιστρατεύτηκε και πολέμησε στο Αλβανικό Μέτωπο. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής έγραψε το «Μπολιβάρ, ένα ελληνικό ποίημα», το σημαντικότερο ίσως ποιητικό του έργο. Το ποίημα, το οποίο εκδόθηκε το 1944, μετασχηματίζει τη μορφή του Σιμόν Μπολιβάρ σε οικουμενικό σύμβολο ελευθερίας, αντίστασης και ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Μετά τον πόλεμο συνέχισε παράλληλα τη ζωγραφική, την ποίηση και τη διδασκαλία. Το 1945 αποσπάστηκε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο ως βοηθός στην έδρα Διακοσμητικής και Ελευθέρου Σχεδίου του Δημήτρη Πικιώνη. Το 1956 εξελέγη μόνιμος επιμελητής και παραιτήθηκε οριστικά από το Υπουργείο Δημοσίων Έργων. Το 1967 εξελέγη έκτακτος καθηγητής και το 1969 τακτικός καθηγητής στην έδρα του Ελευθέρου Σχεδίου, ενώ δίδαξε επίσης ιστορία της τέχνης, ζωγραφική και σκηνογραφία. Αποχώρησε από το ΕΜΠ το 1973 και το 1976 ανακηρύχθηκε ομότιμος καθηγητής. Το 1949 υπήρξε ιδρυτικό μέλος της ομάδας «Αρμός», μαζί με καλλιτέχνες όπως ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Γιάννης Μόραλης, ο Νίκος Νικολάου, ο Παναγιώτης Τέτσης και η Ναταλία Μελά. Ο «Αρμός» επιδίωκε να προωθήσει μία σύγχρονη αισθητική πρόταση στον ελληνικό χώρο. Το 1954 ο Εγγονόπουλος εκπροσώπησε την Ελλάδα στην 27η Μπιενάλε της Βενετίας, παρουσιάζοντας 72 έργα σύμφωνα με το επίσημο αρχείο του. Η συμμετοχή αυτή αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες διεθνείς παρουσίες του. Το 1955 έλαβε επίσης μέρος στην Μπιενάλε του Σάο Πάολο. Η ζωγραφική του είναι άμεσα αναγνωρίσιμη. Στους πίνακές του εμφανίζονται μνημειακές ανδρικές και γυναικείες μορφές, συχνά γυμνές, με έντονα περιγράμματα και καθαρούς όγκους. Τα πρόσωπα αντικαθίστανται πολλές φορές από αντικείμενα, προσωπεία ή αφαιρετικά σχήματα. Οι μορφές τοποθετούνται σε αρχιτεκτονικά οργανωμένους χώρους, ανάμεσα σε κίονες, αψίδες, τοίχους, ανοίγματα και θεατρικά σκηνικά. Το χρώμα αποτελεί βασικό συστατικό του έργου του. Οι έντονες και καθαρές χρωματικές αντιθέσεις δημιουργούν μία αίσθηση θεατρικής λάμψης και εσωτερικής έντασης. Η βυζαντινή ζωγραφική, η τέχνη του Παρθένη, η μεταφυσική ατμόσφαιρα του de Chirico και ο υπερρεαλισμός συνυπάρχουν σε μία απολύτως προσωπική εικαστική γλώσσα. Στον κόσμο του Εγγονόπουλου η αρχαία μυθολογία, το Βυζάντιο, ο Καραγκιόζης, οι αγωνιστές του 1821, οι ποιητές και οι ιστορικές μορφές συναντώνται έξω από τους περιορισμούς του χρόνου. Ο καλλιτέχνης δεν αντιμετωπίζει το παρελθόν με αρχαιολογική διάθεση, αλλά το μεταμορφώνει σε ζωντανό και σύγχρονο μύθο. Ο έρωτας αποτελεί επίσης κεντρικό θέμα της ζωγραφικής και της ποίησής του. Οι ανθρώπινες μορφές αποδίδονται με έντονο αισθησιασμό, αλλά συχνά παραμένουν απομονωμένες, παρά τη σωματική τους εγγύτητα. Η επιθυμία συνδέεται με την απουσία, τη μνήμη, τη δημιουργία και την ελευθερία. Παράλληλα, ο Εγγονόπουλος ανέπτυξε σημαντική δραστηριότητα στη σκηνογραφία και την ενδυματολογία. Σχεδίασε σκηνικά και κοστούμια για έργα του Πλαύτου, του Σοφοκλή, του Αισχύλου, του Ευριπίδη, του Αριστοφάνη, του Γκολντόνι, του Μολιέρου, του Brecht, του George Bernard Shaw και του Νίκου Καζαντζάκη. Συνεργάστηκε με σκηνοθέτες όπως ο Κάρολος Κουν, ο Σωκράτης Καραντινός και ο Αλέξης Σολομός, καθώς και με το Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου. Το 1952 συμμετείχε επίσης στην αγιογράφηση του ναού του Αγίου Σπυρίδωνα στη Νέα Υόρκη, υπό τη διεύθυνση του Φώτη Κόντογλου, φιλοτεχνώντας εικόνες του Δωδεκαόρτου και του τέμπλου. Η ποιητική του παραγωγή περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις συλλογές «Η επιστροφή των πουλιών», «Έλευσις», «Ο Ατλαντικός», «Εν Ανθηρώ Έλληνι Λόγω» και «Στην κοιλάδα με τους ροδώνες». Για τη συλλογή «Εν Ανθηρώ Έλληνι Λόγω» τιμήθηκε το 1958 με το Πρώτο Βραβείο Ποίησης του Υπουργείου Παιδείας. Το 1979 έλαβε για δεύτερη φορά το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή «Στην κοιλάδα με τους ροδώνες». Το 1966 του απονεμήθηκε ο Χρυσός Σταυρός του Τάγματος Γεωργίου Α΄ για το ζωγραφικό του έργο και το 1971 ο Σταυρός του Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος. Μεγάλες αναδρομικές εκθέσεις του οργανώθηκαν το 1976 στην Εταιρεία Σπουδών της Σχολής Μωραΐτη και το 1983 στην Εθνική Πινακοθήκη, όπου παρουσιάστηκαν 105 πίνακές του. Το 1984 εξέθεσε ακουαρέλες, σχέδια και τέμπερες στην γκαλερί Ζουμπουλάκη. Ο Νίκος Εγγονόπουλος πέθανε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 1985, λίγες ημέρες μετά τη συμπλήρωση των 78 ετών του. Η κηδεία του πραγματοποιήθηκε δημοσία δαπάνη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Μετά τον θάνατό του, το έργο του εξακολούθησε να παρουσιάζεται και να μελετάται συστηματικά. Το 1991 συμπεριλήφθηκε στην έκθεση «Surréalistes Grecs» στο Centre Georges Pompidou στο Παρίσι, ενώ το 1997 οργανώθηκε μεγάλη αναδρομική έκθεση στη Δημοτική Πινακοθήκη Θεσσαλονίκης. Το 2007 ανακηρύχθηκε «Έτος Εγγονόπουλου», με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό χρόνων από τη γέννησή του. Το Μουσείο Μπενάκη παρουσίασε τη μεγάλη αναδρομική έκθεση «Νίκος Εγγονόπουλος: Είμαι ζωγράφος και ποιητής», με περίπου 250 αντιπροσωπευτικά έργα. Την ίδια χρονιά εκδόθηκε ο αναλυτικός κατάλογος τεκμηρίωσης του ζωγραφικού του έργου, στον οποίο καταγράφηκαν 1.128 έργα. Το 2017 το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Άνδρου παρουσίασε την αναδρομική έκθεση «Με τα χρώματα του λόγου και τον λόγο των χρωμάτων», ενώ το 2022 το Ίδρυμα Θεοχαράκη διοργάνωσε την έκθεση «Ο Ορφέας του Υπερρεαλισμού». Η έρευνα γύρω από το έργο του παραμένει ενεργή. Το 2024 εκδόθηκε το έως τότε ανέκδοτο ποίημα «À revoir: Theophilos», ενώ το 2026 κυκλοφόρησε «Το ευγενικό μυθιστόρημα», ένα ανέκδοτο ποίημα 188 στίχων. Έργα του βρίσκονται στην Εθνική Πινακοθήκη, στις Δημοτικές Πινακοθήκες Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Ρόδου, στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, σε άλλες δημόσιες συλλογές και σε σημαντικές ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ο Νίκος Εγγονόπουλος υπήρξε ταυτόχρονα βαθιά ελληνικός και οικουμενικός. Χρησιμοποίησε την ελληνική παράδοση όχι ως κλειστό εθνικό σχήμα, αλλά ως αφετηρία για έναν δημιουργικό διάλογο με την ευρωπαϊκή πρωτοπορία και τον παγκόσμιο πολιτισμό. Μέσα από τη ζωγραφική, την ποίηση, το θέατρο, τη διδασκαλία και τη μετάφραση δημιούργησε ένα ενιαίο και απολύτως αναγνωρίσιμο καλλιτεχνικό σύμπαν. Η συμβολή του υπήρξε καθοριστική για τη διαμόρφωση του ελληνικού μοντερνισμού και τον κατατάσσει ανάμεσα στις κορυφαίες πνευματικές και καλλιτεχνικές μορφές της νεότερης Ελλάδας.
# Nikos Engonopoulos ## Biography Nikos Engonopoulos was one of the most important and multifaceted figures in twentieth-century Greek art and literature. A painter, poet, stage designer, costume designer, illustrator, translator, and professor at the National Technical University of Athens, he ranks among the leading representatives of the Generation of the ’30 and is regarded as one of the principal figures who introduced Surrealism to Greece. He was born in Athens on 21 October 1907. His father, Panagiotis Engonopoulos, came from an old Phanariot family of Constantinople, while his mother, Henriette, was born in Athens and came from a family of German and Hydriot descent. In 1914, the family travelled to Constantinople and, following the outbreak of the First World War, was forced to settle there. From 1923 to 1927, Engonopoulos attended a lycée in Paris as a boarding student. His stay in France brought him into direct contact, from an early age, with European culture and the French language. After returning to Greece, he completed his military service with the 1st Infantry Regiment and worked as a translator at a bank and as a clerk at the University. At the same time, he attended the evening secondary school in the Psyrri district in order to obtain a Greek school-leaving certificate. In 1930, he was employed as a draughtsman at the Directorate of Town Plans of the Ministry of Public Works and was later transferred to the Topographical Service. His professional involvement in drawing, architectural recording, and topography influenced the precision and structural clarity that characterise his painted compositions. In 1932, he enrolled at the Athens School of Fine Arts. His principal teacher was Konstantinos Parthenis, while he also studied under Dimitrios Biskinis, Thomas Thomopoulos, and Yannis Kefallinos. At the same time, he attended the workshop of Fotis Kontoglou and studied Byzantine art under Alexandros Xyngopoulos. At Kontoglou’s workshop, he worked alongside Yannis Tsarouchis. The two young artists assisted Kontoglou with the monumental mural decoration of his house, which is now housed in the National Gallery of Greece. His apprenticeship under Parthenis and Kontoglou proved decisive: from the former, he absorbed the importance of stylisation and spirituality, while from the latter he developed a profound connection with Byzantine and post-Byzantine tradition. In 1938, he exhibited his paintings publicly for the first time in the exhibition “The Art of the Modern Greek Tradition.” These were tempera works depicting old houses in Western Macedonia. During the same period, he collaborated with Dimitris Pikionis on the recording of traditional mansions. Pikionis later described these images as “psychographies of houses,” recognising that Engonopoulos did not merely reproduce the buildings’ outward appearance, but also attempted to convey their historical and spiritual essence. The year 1938 also marked his first appearance in poetry. He translated poems by Tristan Tzara and published his first poems in the journal O Kyklos. In June of that year, his first poetry collection, Do Not Talk to the Driver, was published. In 1939, The Clavichords of Silence followed. His first poetry collections provoked bewilderment and intense reactions. Greek readers were not yet familiar with Surrealist writing, freedom of association, or the unexpected juxtaposition of images. Engonopoulos, however, did not merely imitate French Surrealism. He created a distinctive Greek version of it, linking the modern avant-garde with antiquity, Byzantium, folk tradition, the Greek War of Independence, and contemporary history. His acquaintance with Andreas Embirikos, who recognised his originality at a very early stage, was decisive. The work of Giorgio de Chirico was also a major influence, particularly in relation to metaphysical atmosphere, enigmatic silence, and the theatrical organisation of pictorial space. In November 1939, Engonopoulos held his first solo painting exhibition at the home of the poet Nikos Kalamaris. The unusual figures, pronounced stylisation, departure from academic realism, and Surrealist imagery provoked strong critical reactions. In 1941, he was mobilised and fought on the Albanian Front. During the Occupation, he wrote Bolivar, a Greek Poem, perhaps his most important poetic work. Published in 1944, the poem transforms the figure of Simón Bolívar into a universal symbol of freedom, resistance, and human dignity. After the war, he continued to pursue painting, poetry, and teaching in parallel. In 1945, he was seconded to the National Technical University of Athens as an assistant in Dimitris Pikionis’s Chair of Decorative and Freehand Drawing. In 1956, he was appointed permanent curator and resigned definitively from the Ministry of Public Works. In 1967, he was elected associate professor, and in 1969 full professor of Freehand Drawing, while also teaching art history, painting, and stage design. He retired from the National Technical University in 1973 and was named professor emeritus in 1976. In 1949, he became a founding member of the Armos group, alongside artists such as Nikos Hadjikyriakos-Ghika, Yannis Tsarouchis, Yannis Moralis, Nikos Nikolaou, Panayiotis Tetsis, and Natalia Mela. Armos sought to promote a modern aesthetic direction in Greece. In 1954, Engonopoulos represented Greece at the 27th Venice Biennale, presenting 72 works according to his official archive. This participation constituted one of the most important international presentations of his career. In 1955, he also participated in the São Paulo Biennial. His painting is instantly recognisable. His compositions often feature monumental male and female figures, frequently nude, defined by strong outlines and clearly articulated volumes. Faces are often replaced by objects, masks, or abstract forms. The figures are placed within architecturally structured spaces, among columns, arches, walls, openings, and theatrical settings. Colour is a fundamental element of his work. Strong, pure chromatic contrasts create a sense of theatrical brilliance and inner tension. Byzantine painting, the art of Parthenis, the metaphysical atmosphere of de Chirico, and Surrealism coexist within a wholly personal visual language. In Engonopoulos’s world, ancient mythology, Byzantium, Karagiozis, the fighters of the Greek War of Independence, poets, and historical figures meet beyond the restrictions of time. He did not approach the past archaeologically, but transformed it into a living and contemporary myth. Love is also a central theme in his painting and poetry. Human figures are rendered with pronounced sensuality, yet they often remain isolated despite their physical proximity. Desire is associated with absence, memory, creation, and freedom. Engonopoulos also developed significant activity in stage and costume design. He designed sets and costumes for works by Plautus, Sophocles, Aeschylus, Euripides, Aristophanes, Goldoni, Molière, Bertolt Brecht, George Bernard Shaw, and Nikos Kazantzakis. He collaborated with directors including Karolos Koun, Sokratis Karantinos, and Alexis Solomos, as well as with Rallou Manou’s Greek Dance Theatre. In 1952, he also participated in the decoration of the Church of Saint Spyridon in New York, under the direction of Fotis Kontoglou, producing icons for the Dodekaorton cycle and the iconostasis. His poetic output includes, among other works, The Return of the Birds, Eleusis, The Atlantic, In Flowery Greek Speech, and In the Valley of the Rose Gardens. For In Flowery Greek Speech, he received the First Poetry Prize of the Ministry of Education in 1958. In 1979, he was awarded the First State Poetry Prize for a second time, for In the Valley of the Rose Gardens. In 1966, he was awarded the Gold Cross of the Order of George I for his painting, and in 1971 he received the Commander’s Cross of the Order of the Phoenix. Major retrospective exhibitions of his work were organised in 1976 at the Moraitis School Society for the Study of Modern Greek Culture and General Education, and in 1983 at the National Gallery of Greece, where 105 paintings were presented. In 1984, he exhibited watercolours, drawings, and temperas at the Zoumboulakis Gallery. Nikos Engonopoulos died in Athens on 31 October 1985, only a few days after his seventy-eighth birthday. His funeral was held at public expense at the First Cemetery of Athens. After his death, his work continued to be exhibited and studied extensively. In 1991, he was included in the exhibition Surréalistes Grecs at the Centre Georges Pompidou in Paris, while in 1997 a major retrospective was organised at the Municipal Art Gallery of Thessaloniki. The year 2007 was officially declared “Engonopoulos Year” to mark the centenary of his birth. The Benaki Museum organised the major retrospective “Nikos Engonopoulos: I Am a Painter and a Poet,” presenting approximately 250 representative works. In the same year, the catalogue raisonné of his painted oeuvre was published, documenting 1,128 works. In 2017, the Museum of Contemporary Art of the Basil and Elise Goulandris Foundation on Andros presented the retrospective “With the Colours of Words and the Words of Colours,” while in 2022 the Theocharakis Foundation organised the exhibition “The Orpheus of Surrealism.” Research into his work remains active. In 2024, the previously unpublished poem À revoir: Theophilos was published, while in 2026 The Noble Novel, an unpublished poem of 188 lines, appeared in print. Works by Nikos Engonopoulos are held in the National Gallery of Greece, the Municipal Galleries of Athens, Thessaloniki, and Rhodes, the National Technical University of Athens, other public collections, and important private collections in Greece and abroad. Nikos Engonopoulos was at once profoundly Greek and universal. He used Greek tradition not as a closed national framework, but as the starting point for a creative dialogue with the European avant-garde and world culture. Through painting, poetry, theatre, teaching, and translation, he created a unified and immediately recognisable artistic universe. His contribution was decisive in shaping Greek modernism and places him among the foremost intellectual and artistic figures of modern Greece.
Νίκος Εγγονόπουλος

Έργα του Νίκος Εγγονόπουλος

Διαθέτετε σημαντικό έργο του Νίκος Εγγονόπουλος;

Η ΣΤΟΑ βρίσκεται σε συνεχή αναζήτηση σημαντικών και υψηλής ποιότητας έργων του Νίκος Εγγονόπουλος. Η πολυετής παρουσία μας στην αγορά τέχνης και η επαφή μας με ένα ευρύ δίκτυο συλλεκτών στην Ελλάδα και το εξωτερικό μάς επιτρέπουν να αξιολογούμε κάθε έργο ξεχωριστά και να πραγματοποιούμε σημαντικές ιδιωτικές συναλλαγές, με όρους που ανταποκρίνονται στην ποιότητα, τη σπανιότητα και τη θέση του έργου στην αγορά.

Εάν διαθέτετε ένα έργο που θεωρείτε σημαντικό, μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας για μια πρώτη, εμπιστευτική εξέτασή του.

ΠΡΟΤΕΙΝΕΤΕ ΤΟ ΕΡΓΟ ΣΑΣ →

Δείτε έργα τέχνης του Νίκος Εγγονόπουλος στη γκαλερί ΣΤΟΑ | Έργα Τέχνης & Ζωγραφική, Κολωνάκι, Αθήνα.